καλαῦροψ

καλαῦροψ
κᾰλαῦροψ, οπος, ,
A shepherd's staff or crook, which was thrown so as to drive back the cattle to the herd, Il.23.845, Antim.61, A.R. 2.33, AP6.106 ([place name] Zonas), APl.4.74, D.H.1.39, Longus1.8, BSA16.107 (Pamphylia, ii/iii A.D.). (Prob. καλά-ϝροψ, from Ϝρέπω, v. ῥέπω: but the first part of the word is uncertain.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καλαύροψ — καλαῡροψ και εσφ. γρφ. καλάβροψ, ἡ (Α) μακριά ποιμενική ράβδος με κυρτωμένη λαβή στο ένα άκρο, όπως η σημερινἡ (α)γκλίτσα, και χρησίμευε στο να επαναφέρει ο βοσκός στο κοπάδι τα βοσκήματα που είχαν απομακρυνθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < αιολ. καλα Fροψ, τού …   Dictionary of Greek

  • καλαῦροψ — shepherd s staff fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Mu Boötis — μ1,2 Boötis Observation data Epoch J2000      Equinox J2000 Constellation Boötes Right ascension 15h 24m 29.4278s Declination +37° 22′ 37.8″ …   Wikipedia

  • Мю Волопаса — Алкалуропс Кратная звезда Наблюдательные данные (Эпоха J2000.0) Тип Кратная система Прямое восхождение …   Википедия

  • INDUS — dicitur ἐλεφανταλωγὸς, h. e. rector Elephanti, undecumque sit ortus, quia hac arte maxime praestant, qui in India nati sunt et alios docuêrunt. Polyb. l. 1. de Caecilio, qui Asdrubalem vicit fugavitque, θηρία συν` αὐτοῖς μὲν λ᾿νδοῖς ἔλαβε δέκα,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • καλαυρόπιον — καλαυρόπιον, τὁ (Α) υποκορ. τού καλαύροψ* …   Dictionary of Greek

  • Αλκαλούροψ — (Αστρον.). Ο αστέρας του Βοώτη. Πρόκειται για διπλό αστέρα με αστρικό μέγεθος 4,5 και με τα δύο μέλη του σε λευκό χρώμα. Είναι φασματικού τύπου G5, απέχει 28 έτη φωτός και προσεγγίζει τη Γη με ταχύτητα γύρω στα 16 χλμ. το λεπτό. Μεσουρανεί στις… …   Dictionary of Greek

  • καλαύροπα — καλαύ̱ροπα , καλαῦροψ shepherd s staff fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλαύροπας — καλαύ̱ροπας , καλαῦροψ shepherd s staff fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλαύροπες — καλαύ̱ροπες , καλαῦροψ shepherd s staff fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλαύροπι — καλαύ̱ροπι , καλαῦροψ shepherd s staff fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”